Γυμνός στο πανηγύρι των τρελών..

Μιλάω που και που γι ανθρώπους που χάνονται και για όνειρα που ναυαγούν. Μιλάω που και που για συμβάσεις που εγκλωβίζουν και για επιλογές που παγιδεύουν. Μιλάω που και που και όλο και κάποιος βρίσκεται ν’ ακούσει. Μόνο που το πρόβλημα είναι οτι πομπός και δέκτης αδυνατούν να συνεννοηθούν. Σα να γίναν ξαφνικά οι γλώσσες ξένες και τα νοήματα πολύπλοκα. Σα να πάψαμε ξαφνικά να γνωριζόμαστε από χρόνια και να είμαστε ξένοι που προσπαθούν να ξεπεράσουν την αμηχανία της πρώτης γνωριμίας.

Τότε σταματάω και πάλι να μιλάω. Σωπαίνω κι εύχομαι να βρεθεί κάποιος τελείως ξένος, να βγάλει νόημα απ τη σιωπή μου και να ρθει να γίνουμε ένα. Ελπίζω οτι δυο ταιριαστές σιωπές μπορούν να κάνουν τον ήχο να ταξιδέψει με ταχύτητες αστρικές. Αφού με τους δικούς μας πια τα νοήματα σκορπίσανε, τότε καλύτερα να σταθούμε στην άκρη του κύματος και να περιμένουμε κάποιο μπουκάλι σιωπής να ξεβραστεί στα πόδια μας. Υπόσχομαι οτι θα σκύψω ευλαβικά να το μαζέψω και θα σεβαστώ το αίτημά του.

Τώρα που ένας ένας κρεμάει σιγά το κουστούμι του στην κρεμάστρα του τοίχου, που αφήνει τη μάσκα και το καπέλο του στο χωλ της εισόδου, τώρα τα χέρια που κάποτε κρατιόντουσαν μεταξύ τους μπλεγμένα,κρέμονται στο πλάι των σωμάτων μας,όπως τα χέρια των πεθαμένων που κρέμονται άψυχα στο πλάι του κρεβατιού.

Και ίσως καλύτερα έτσι. Μια ζωή μασκαράς δε μπορεί να ντύνεσαι.Κάποτε το πανηγύρι τελειώνει.Και πρέπει  στο τέλος της νύχτας να επιλέξεις την αλήθεια χωρίς τη μάσκα της. Την αλήθεια που σου κάνει.

waiting for the rain..

Παίρνω φόρα και βουτάω/Προσγειώνομαι στο βυθό μιας σταγόνας που ξέμεινε στα φύλλα της λεμονιάς/Ανοίγω τα μάτια και βλέπω τα χρώματα της ίριδας να καθρεφτίζονται στην επιφάνεια/Παραξενεύομαι που μπορώ ν’ αναπνεύσω/Τα πνευμόνια μου λειτουργούν κανονικά/Μικρές μπουρμπουλήθρες αέρα αναδύονται στην επιφάνεια και εξαφανίζονται/Το κορμί μου απαλλαγμένο απ’ το βάρος του, ελίσσεται γύρω από πολύχρωμα ψάρια και γυαλιστερά κοράλλια/Κολυμπάω μέσα σ’ ένα νεογέννητο φθινόπωρο και το αμνιακό υγρό με ζεσταίνει/Ξαφνικά τα νερά σπάνε/Ξεβράζομαι σε μια λασπολακούβα/Κοκκινόχωμα ερεθίζει τα μάτια μου/Η μύτη μου ξερνάει κόκκινες ψιχάλες/Στο πλάι η μελαγχολία κρατάει νυστέρι/Είμαι μεγάλο μωρό που φοβάται να περπατήσει/Τα σαλιγκάρια με περικυκλώνουν/Με απειλούν με την στωική υπομονή τους/Προσπαθώ να κινηθώ/Κουλουριάζομαι και τεντώνομαι και πάλι απ’ την αρχή/Ο ουρανός με κατασκοπεύει/Λάθος κίνηση και θα επιτεθεί/Το παράθυρο έχει μείνει ανοιχτό/Η νύχτα τρυπώνει και γεμίζει το σπίτι σκιές/Βλέπω τη γυναίκα να ρίχνει στους ώμους της μια ζακέτα/Δεν προλαβαίνω να φωνάξω/Γέρνει ελαφρά το παράθυρο/Την ακούω να λέει/
Η εποχή άλλαξε.

Ανθρώπων έργα..

Μερικές φορές νιώθω οτι είμαστε σαν κάτι ξεχαρβαλωμένα παγκάκια. Από κείνα στις παιδικές χαρές, τα ξύλινα. Ο χρόνος τα φθείρει, αλλοιώνει το χρώμα τους, σκουριάζει τα υλικά τους, τα σπάει στα πιο ευαίσθητα σημεία τους. Και οι άνθρωποι. Και αυτοί τα φθείρουν. Οι θέσεις έχουν πάρει πια κάτι περίεργα σχήματα, παραμορφωμένα από την ανατομία των κορμιών που έχουν περάσει από πάνω τους. Χαραγμένα σε διάφορα σημεία από συνθήματα και ονόματα και ημερομηνίες. “Έρωτας ή τίποτα”,το πιο κοινό σύνθημα, μόνο που απ τα χρόνια τα γράμματα σβήνονται και απομένει ένα “ρωτας “και “τίποτα”…
Παγκάκια ξύλινα στις παιδικές χαρές, που αναρωτιέσαι πότε ο δήμος θα τ αλλάξει να φέρει καινούρια γιατί μερικές φορές σ ενοχλεί να κάθεσαι πάντα στα ίδια και τα ίδια παγκάκια για τόσα χρόνια. Μόνο που τελικά τρομάζεις στην ιδέα, τα παγκάκια αυτά είναι μια ολόκληρη ζωή, ένα παιχνίδι, ένα σκίσιμο στο γόνατο, το πρώτο τσιγάρο, το πρώτο φιλί, μια μπύρα, ένα κλάμα, ένας καυγάς, τα παιδιά σου που θα ‘ρθουν μετά από σένα.
Τ αγαπάς και ας μπαίνουν μερικές φορές τα σπασμένα ξύλα τους στα πόδια σου και σε ματώνουν..

out of breath..

Δεν έχουν σημασία οι φωτισμένες αυλές τα καλοκαίρια. Ούτε οι ζεστές νύχτες που διακόπτονται από ένα λυτρωτικό αεράκι. Δεν έχουν σημασία τα χιλιάδες στρέμματα δασών που καίγονται κάθε μέρα, που γίνονται στάχτη και ο αέρας τα σκορπίζει σπονδή στα μπαλκόνια μας. Δεν έχουν σημασία τα θερινά σινεμά που στέκουν μισοάδεια, σιωπηλά, με τις λαστιχένιες τους καρέκλες κενές, γιατί ένας ολόκληρος κόσμος καθηλώνεται μπροστά σε μια οθόνη να χαζέψει τη γιορτή του ποδοσφαίρου. Ούτε έχουν σημασία οι γεμάτοι δρόμοι της πόλης και οι πλατείες που βαραίνουν επικίνδυνα κάτω από το ξέφρενο πανηγύρι του Σαββατοκύριακου.
Σημασία έχει το δωμάτιο που παραμένει το ίδιο για χρόνια, το cd που παίζει ξανά και ξανά για μέρες την ίδια μελωδία, το ποτήρι με το κρασί που γεμίζει πάντα την ώρα που βγαίνει το φεγγάρι όταν το σπίτι παίρνει να δροσίζει. Σημασία έχει η επιμονή των αθάνατων κουνουπιών που κεντάνε στο κορμί σου κόκκινα αστέρια. Σημασία έχουν οι θέσεις δίπλα σου που αδειάζουν μία και μία, που κάποτε αν είσαι τυχερός γεμίζουν ξανά, σκιές και παρουσίες που έρχονται και φεύγουν, ξυπνάνε και σκοτώνονται στην κάψα του μεσημεριού και στη δροσιά της νύχτας.
Σημασία έχουν τα χέρια σου, που ξέρουν ακόμα να γράφουν, το μυαλό σου που μπορεί να συγχωρεί την καρδιά σου, η καρδιά σου που μπορεί να αντιστέκεται κάπου κάπου στο μυαλό σου και ας βγαίνει συχνά ηττημένη. Σημασία έχει το παιδί που επιζεί μέσα σου, το όνειρο που ξεστράτισε αλλά παραμένει ζωντανό, σημασία έχει η μελαγχολία της Κυριακής που γίνεται πουλί που φτερουγίζει μέσα σου και σε αναγκάζει να μετακινηθείς, να αλλάξεις συντεταγμένες, να ανασάνεις.
Σημασία έχει η γάτα που απλώνεται στα πόδια σου εξαντλημένη από τη ζέστη της μέρας, τα μάτια σου που βαραίνει ένας γλυκός πρώιμος ύπνος, το σεντόνι που γλύφει αμυδρά τις πατούσες σου.
Σημασία έχει η αναπνοή σου. Και τα ολόγιομα φεγγάρια.

Pesto βασιλικού..

Κοιτάζω τον κόσμο μέσα από έναν παραμορφωτικό καθρέφτη που βρίσκεται ακουμπισμένος στο μπαλκόνι μου.

Η κυρία στο μπαλκόνι της απέναντι πολυκατοικίας, η φιλήσυχη νοικοκυρά ετών 50, με διαστάσεις επικού τέρατος, κρεμασμένα στήθη και ξεχειλωμένους γοφούς, κρεμάει στα σχοινιά τα εσώρουχα του καθώς πρέπει συζύγου της, φουσκωμένη από περηφάνια, τραβάει τον καβάλο ενός από αυτά τα λευκά σώβρακα με τα τσεπάκια μπροστά, μόδα του πάλαι ποτέ, “πωπώ, τί άντρα έχω”, σκέφτεται, φέρνοντας στο νου την ξεφτισμένη ηδονή που της χαρίζει μια φορά το μήνα και περνάει την γλώσσα της πάνω από τα περιποιημένα από botox χείλη της. Μπορεί να είναι λίγο τσιγκούνης, μπορεί και να ξενοκοιτάζει μια στο τόσο, αλλά έτσι είναι οι άντρες, κυνηγοί, κατά τ’ άλλα είναι άριστος σύζυγος, πατέρας και πολίτης με τ όλα του, αγαπάει την πατρίδα, αγαπάει και την εκκλησία, και εκείνη την αγαπάει και ας μην της το δείχνει, μόνο με τ’ αδέσποτα δεν τα πάει καλά, αλλά τι να κάνει κι αυτός γέμισε ο τόπος σκατά, κάποιος πρέπει να κάνει κάτι.

Παρατηρώ οτι κιτρινίσαν τα φυλλαράκια του βασιλικού, ο ήλιος τα χτυπάει πολλές ώρες την μέρα, πιάνω τη γλάστρα και της αλλάζω γωνία. Να φιάξω μακαρόνια με pesto, σκέφτομαι, καιρό έχω να φάω, από κείνο το βράδυ, το μπουκωμένο, το γεμάτο ανεμοσκορπίσματα, που μάδησα το βασιλικό με βία και μου έμεινε μια χούφτα στο χέρι και έμεινα εκεί στο μπαλκόνι να τον κοιτάω μαδημένο και να κλαίω, η φύση ανήμπορη κάτω απ’ το ανθρώπινο χέρι, το ανθρώπινο χέρι ανήμπορο κάτω από μια απογοήτευση που ναρκώνει, μια απογοήτευση ανήμπορη να κάνει την ανατροπή. Ρούφηξα την μύτη μου και έφιαξα στο γουδοχέρι ένα μεγάλο βάζο pesto. Όση δεν έφαγα την έστειλα στην ιταλίδα μαμά της Κ. που μου έμαθε πώς να την φιάχνω, που μου χάρισε τον πρώτο πλατύφυλλο βασιλικό, που μεγάλωσε με τόση στοργή. Εκείνη που ύστερα μ’ έπαιρνε κάθε τόσο και με ρωτούσε αν έφιαξα, ή αν θέλω να μου στείλει βαζάκια να βάλω στην κατάψυξη. Γι’ αυτό και σήμερα θα φιάξω πάλι pesto, θα βάλω την κατσαρόλα με το νερό να βράζει, θα ρίξω μπόλικο χοντρό αλάτι γιατί η ουσία βρίσκεται σ’ αυτά που δε βλέπουμε, θα βάλω σπαγγέτι νούμερο 6, όχι άλλο είδος, γιατί μεταμορφώθηκε η ζωή μου από φιογκάκια, χρώματα, περίεργα σχήματα, σε μια ολόισια γραμμή, μια γραμμή που ακολουθώ κάθε μέρα, αγκιστρωμένη στο όριο που μου επιβάλλει. Μου επιβάλλει στ΄ αλήθεια; Είμαστε οι επιλογές που δεν κάνουμε, δεν είμαστε βασιλικοί που μας μαδάει ένα ανθρώπινο χέρι.

Θα φυλάξω λίγη σάλτσα, σ’ ένα βαζάκι, σ’ ένα απ’ αυτά που πριν είχαν μαρμελάδα, μ’ αρέσει η εναλλασσόμενη χρησιμότητα των πραγμάτων, πρώτα κόρη, μετά σύζυγος, μετά μητέρα, μετά σκλάβα. Πρώτα πολλά υποσχόμενη πρόσληψη, μετά απαιτητική εργάτρια, μετά περιττή. Πρώτα ποθητή, μετά κατακτημένη, μετά βαρετή. Πρώτα μαρμελάδα, μετά σάλτσα pesto, μετά ανακύκλωση. Θα στρώσω τραπέζι για δύο, για μένα και σένα, για σένα κυρίως που σε βρίσκω πια πολύ δύσκολα, όλο σου ζητάω να εμφανιστείς, να τα βάλουμε κάτω, δεν είναι μόνο αριθμητικές οι πράξεις που πρέπει να κάνουμε κάθε φορά που βρισκόμαστε. Θυμάμαι ακόμα τα φαγητά και τις μουσικές που σ΄άρεσαν κάποτε, θα σου κάνω το χατήρι και σήμερα θα αναμοχλεύσω κάτι απ΄τα παλιά, αυτά που το ξέρω σε κάνουν να δακρύζεις, αλλά δεν πειράζει, πειράζει; θα σου βάλω και ένα ποτήρι λευκό κρασί στο χέρι, Σάμος, θα ανοίξω το μπουκάλι ειδικά γι΄αυτή την ξεχωριστή συνάντηση, μην τρομάξεις μόνο και φύγεις πάλι, έχω κάνει τόση προσπάθεια απόψε για να σε φέρω απέναντι μου, θέλω να είσαι επιεικής, γίνεται; Ξέρω οτι με κοιτάς λίγο περίεργα, σαν να μη με γνωρίζεις, αλλά σου υπόσχομαι οτι είμαι εγώ, θα διώξω την σκόνη απ΄το πρόσωπό μου, να, με βλέπεις; Έχω κάνει λάθη το ξέρω, ίσως και να αφέθηκα με τη θέλησή μου, αλλά είμαι εγώ, η ίδια, μη με κρίνεις σκληρά, είμαι παιδί και πέφτω και ματώνω και εσύ δυνατός αντίπαλος, αυστηρός δικαστής. Κοίταξέ με, όλα τα καλοκαίρια και τους χειμώνες τα περάσαμε μαζί, πότε εσύ ο θύτης και εγώ το θύμα και τούμπαλιν.

Σήμερα έχω γενέθλια, το ξέρω οτι θα προτιμούσες να το ‘χεις ξεχάσει αλλά στο κάτω κάτω και να θες δεν μπορείς, οπότε ευχήσου μου κάτι, όχι ό,τι να ΄ναι, ξέρεις, όχι από αυτές τις ευχές που μπορεί να συμβούν, κάτι άλλο, κάτι από αυτά που μπορεί να με κάνουν να ευτυχήσω, ίσως πάλι και όχι, τότε μόνο αγάπησέ με, γιατί κάπως φυσάει περίεργα αυτό το βράδυ και βάρυνε ο χρόνος στους ώμους μου, γιατί και η μοναξιά κρατάει ξυράφια απόψε, ενώ εγώ μ’ ένα πιρούνι στο χέρι γυρεύω αλάτι σε μια κατσαρόλα νερό..

Palabras perdidas..

Γυρεύει στα σκουπίδια να βρει τις λέξεις που πέταξε. Αυτές που άλλοτε θεωρεί άχρηστες και άλλοτε ανάσα σωτηρίας. Τις βρίσκει κομματιασμένες κάτω από σωρούς χρησιμοποιημένων εικόνων και λεκιασμένων σελίδων. Μέσα σε μια άδεια λεμονόκουπα βρίσκονται ξεφουσκωμένοι επιθετικοί προσδιορισμοί τόπων, ήχων και εικόνων, ένα θερμό καλοκαίρι, μια γλυκιά μελωδία που ξίνισε ξαφνικά, ένα λυτρωτικό χάδι πριν ξημερώσει, κρυστάλλινα ακρογιάλια που λάμπανε κάτω από ένα καυτό ήλιο, μερικές χιονισμένες κορφές και κάμποσοι προδομένοι έρωτες που αναπαύονται στην λησμονιά. Κάτω από μια κιτρινισμένη εφημερίδα του περασμένου χρόνου με πρώτη είδηση στο ξεθωριασμένο εξώφυλλο, “αναζητ_ύνται αισθήματα πο_ δραπέτευσ_ν απ’ τις φ_λακές υψίστ_ς _σφαλεία_ πο_ κρατούντο, έπειτ_ από αδυναμ_α προσαρμ_γη_ στις υποδεί_εις”, έχουν παραπέσει μερικά φθαρμένα αποσιωπητικά που κολλήσανε στις παλάμες του. Αυτά που χρησιμοποιούσε τόσα χρόνια για να δηλώσει τη σιωπή του, το φόβο του, αυτά που χρησιμοποιούσε για να δώσει χώρο στα συμπεράσματα των άλλων, για να μην επηρεαστούν οι σκέψεις τους από τα δικά του αισθήματα. Τσαλαπατημένη σε μια γωνιά στο βάθος βρήκε την λέξη αγάπη. Είχε τρύπες στην πλάτη της και της έλειπε το α. Τί σόι αγάπη θα μπορούσε να αναστήσει αν έλειπε το στερητικό της, αυτό που απαλλάσσει το μυαλό απ’ τη λογική, αυτό που σε κρατάει ξύπνιο τις νύχτες, αυτό που σου γεννάει ανάγκες που μοιάζουν ανυπόφορες; Μια τέτοια αγάπη την πετάει σε μια άκρη, με μισές συλλαβές δεν χτίζονται λέξεις. Σε ένα χαρτόκουτο από άπαχο γάλα, βρήκε και μερικά ξινισμένα πιστεύω με την ημερομηνία λήξης σβησμένη και την λακτόζη σε πλήρη αποσύνθεση, τα συντηρητικά αποδείχτηκαν ανίκανα να διατηρήσουν τις θρεπτικές ουσίες για λίγο χρόνο ακόμα. Δίπλα σε ένα κομμάτι μουχλιασμένο ψωμί ξεκουραζόταν ένας χοντρός αρουραίος. Τον παρατηρούσε με μάτια που γυάλιζαν και το βλέμμα του είχε κάτι το ειρωνικό, σαν να του έλεγε, εδώ δεν υπάρχει τίποτα χρήσιμο για σένα, ξεκουμπίσου. Παρέμενε εκεί ατάραχος, σίγουρος για τον εαυτό του και αποφασιστικός, να κοιτάει πότε εκείνον και πότε ένα κομμάτι ανθρώπινο κρέας, μάλλον από κομμένο χέρι, μόνο που έτσι όπως το παρατηρούσε, για μια στιγμή του φάνηκε οτι είχε το σημάδι που έχει από γεννησιμιού πάνω του, αλλά δεν πρόλαβε να το φτάσει για να σιγουρευτεί, μέχρι να κάνει μια κίνηση ο αρουραίος το άρπαξε και άρχισε να τρέχει προς τον υπόνομο.
Ήταν άραγε το δικό του; Δεν του έφταναν λοιπόν οι χαμένες λέξεις, η κηλίδα του χρόνου που απλωνόταν μπροστά στα πόδια του, ξαφνικά του ήταν και αδύνατο να γράψει;
Μπα, σκέφτηκε και κλώτσησε ένα κουτάκι θαυμαστικά, χαμένες λέξεις είναι μόνο αυτές που δεν ποθήσαμε αρκετά..

Καλούπια..

Του ζήτησε να την συναντήσει στο ασανσέρ, “σε δέκα λεπτά”, του είπε, “να είσαι εκεί, μην αργήσεις”. Την βρήκε να τον περιμένει με την πόρτα ανοιχτή, το πρόσωπό της ήταν στραμμένο στον καθρέφτη, είχε τα μαλλιά της λυτά και είχε μουντζουρώσει άγαρμπα το κραγιόν που φορούσε στα χείλη της. Τον είχε δει, αλλά δεν έκανε καμία κίνηση, το βλέμμα της παρέμενε καρφωμένο στον καθρέφτη και τα μάτια της μοιάζανε υγρά, σαν να είχε κλάψει πριν από λίγο. Την έπιασε απ΄τους ώμους και την ταρακούνησε ελαφρά, προσπαθώντας να την βγάλει από την αφασία που καταλάβαινε οτι είχε βουτήξει. “Με τρομάζεις”, της ψιθύρισε στο αυτί, “τί συμβαίνει, τί είναι όλο αυτό το σκηνικό”; Εκείνη αργά, χωρίς να του απαντήσει έβγαλε από την τσέπη της ένα κουτάκι καραμέλες mentos και άρχισε να καταπίνει την μία μετά την άλλη με μανία, το στόμα της γέμιζε, δεν προλάβαινε να καταπιεί, έβηχε που και που, αλλά η όψη της παρέμενε ανέκφραστη,  τα χαρακτηριστικά πάνω στο αποστεωμένο πρόσωπο της έμοιαζαν ναρκωμένα και υπόλευκα, όπως κάποιος που μαθαίνει οτι πέθανε κάποιο προσφιλές του πρόσωπο αλλά χρειάζεται μερικές στιγμές μέχρι να το συνειδητοποιήσει. Ήταν μια εικονική αυτοκτονία, αυτό μπορούσε μόνο να καταλάβει εκείνος και παρέμενε ακίνητος στο πλάι της, περιμένοντας την επόμενη κίνηση. “Έχουμε σταματήσει το ασανσέρ”, άρχιζε να ψελλίζει, “κάποιος μπορεί να το χρειάζεται, σταμάτα επιτέλους αυτό το παιχνίδι”. Παρέμενε ακλόνητη στη θέση της μέχρι που κάποια απ’ όλες τις καραμέλες έχασε την σωστή διαδρομή και κόλλησε στον οισοφάγο της. Άρχιζε να βήχει, τα μάτια της δάκρυσαν  απ’ το φράξιμο των αεραγωγών, αλλά παρέμενε εκεί αδιάφορη. Εκείνος την άρπαξε από πίσω και την χτύπησε στην πλάτη, η καραμέλα πετάχτηκε με φόρα από το στόμα και κύλησε στο πάτωμα. Τότε εκείνη άρχισε να γελάει, να γελάει, να γελάει, με ένα γέλιο σπαραχτικό, “φοβήθηκες”, του λέει, “μήπως πεθάνω, δεν πέθανα, μια καραμέλα ήταν μόνο, δεν έχω τη δύναμη να κάνω κάτι περισσότερο, είμαι δειλή, ούτε μια πραγματική αυτοκτονία δεν μπορώ να σκηνοθετήσω, υποδύομαι τον εαυτό μου, ατάλαντη ηθοποιός του σεναρίου της ζωής μου και εσύ που στέκεις πλάι μου, άραγε βρέθηκες εκεί τυχαία ή παίζεις κι εσύ το ρόλο κάποιου άλλου; Πες μου, θα μας επιτραπεί ποτέ να παίξουμε τους πραγματικούς εαυτούς μας; Θα πετάξουμε κάποτε τις μάσκες που αλλοιώνουν το βλέμμα μας; Θέλω να σβήσω το ψεύτικο περίγραμμα μου και να ξεχυθεί ο αληθινός εαυτός μου, ελεύθερος από περιοριστικές γραμμές και νοθευμένα χρώματα. Κι εσύ που νομίζεις οτι με ξέρεις, θα έφευγες αν έβλεπες ποιά είμαι αληθινά, φαντάζεσαι οτι αυτά που ξέρεις για μένα είναι αρκετά για να μαντέψεις τις πλευρές της ζωής μου που δε γνωρίζεις”.

Τα είπε όλα χωρίς ανάσα, ύστερα βουβή και εξουθενωμένη κάθισε κάτω, ενώ με μια φωνή που έμοιαζε με την τελευταία ανάσα ετοιμοθάνατου, του ζήτησε να της κάνει έρωτα. “Μα πώς, τί λες, εδώ δε γίνεται , πάμε σπίτι μας,  σε παρακαλώ”, “όχι”, του είπε αυτή, “κάνε μου έρωτα, έχω ανάγκη να νιώσω  ζωντανή, μόνο ο έρωτας με κάνει να νιώθω ζωντανή πια, δεν μπορούν να μου αρνηθούν το δικαίωμα να κάνω έρωτα, δεν μπορούν να μου αρνηθούν το δικαίωμα να αφυπνίζω τις αισθήσεις μου, να γεμίζω νερό τα ξεραμένα αυλάκια του κορμιού μου, σε παρακαλώ”.

Εκείνος της έκανε έρωτα, υπακούοντας όπως ο μικρός μαθητής που πάει πρώτη μέρα στο σχολείο κι αντιμετωπίζει με φόβο και καχυποψία το άγνωστο πρόσωπο που στέκεται απέναντι του, τον δάσκαλο, αλλά σπεύδει να εκπληρώσει κάθε του απαίτηση. Όλη την ώρα εκείνη είχε τα μάτια της ανοιχτά, οι βολβοί της κολυμπούσαν σε μια άγρια αφρισμένη θάλασσα, σημάδευαν το κενό, και προμήνυαν καταιγίδες. Όταν τελείωσαν είχε χάσει τελείως το χρώμα της, τα χείλη της έμοιαζαν μ’ ένα κόκκινο φιλί σε ένα διαφανές πρόσωπο, τα βλέφαρα της ανοιγόκλειναν αργά και το κεφάλι της είχε γείρει στο πλάι, σαν ο λαιμός της να μην μπορούσε να σηκώσει το βάρος των πυρωμένων σκέψεων. Την τύλιξε με το πουλόβερ που φορούσε, την σήκωσε στα χέρια του κι εκείνη εξαντλημένη, σαν να γύριζε πίσω στη ζωή μετά από ένα γρήγορο παιχνίδι με το θάνατο, του ψιθύρισε στ’ αυτί, “είμαστε εκμαγεία των πραγματικών εαυτών μας, το καλούπι αφήνει πάνω μας βαθιές χαρακιές γι’αυτό η αναπαράσταση του πρωτοτύπου αποτυγχάνει πάντα…”

ζητείται ουρανός..

Φόρεσα πρωί πρωί το ωραίο μου κλουβί, με τα καλογυαλισμένα σίδερά του και την κλειδαριά να αστράφτει στο φως της λάμπας, χτένισα τα φρεσκολουσμένα μαλλιά μου, έριξα ένα παλτό στην πλάτη γιατί ακόμα είναι τσουχτερός ο χειμώνας και έσυρα τα βήματα μου βαριά μέχρι την πόρτα. Κοντοστάθηκα δυο τρία λεπτά στο άνοιγμα της πόρτας, μετέωρη για το επόμενο βήμα. Δεν υπήρχε όμως χρόνος για άλλη καθυστέρηση και με μια βαθιά ανάσα σαν να επρόκειτο να καταδυθώ  στην πιο βαθιά θάλασσα, κατέβηκα τις σκάλες. Έξω στο δρόμο, ο πρωινός αέρας τρύπωσε ανάμεσα στα κάγκελα κάνοντας το αγουροξυπνημένο κορμί ν’ ανατριχιάσει. Οι άνθρωποι τριγύρω προσπερνούσαν βιαστικοί, έμπαιναν στα αυτοκίνητά τους προσπαθώντας να βολέψουν τα κλουβιά τους, ή προχωρούσαν σκυφτοί από το βάρος του φορτίου ενώ πιο πέρα κάποιοι αξιοπρεπείς κύριοι φορούσαν τα γιορτινά τους κλουβιά, με τα χρυσά κάγκελα, τα σκούρα κουστούμια και τις εμπριμέ γραβάτες.

Στο δρόμο προσπαθούσα να κρατάω το κεφάλι ψηλά, στραμμένο προς τον χειμωνιάτικο ήλιο, όμως η στάση αυτή του σώματος μου δημιουργούσε ένα πόνο στα πλευρά και μ’ έκανε να προχωράω συνεχώς σκυφτή, με τα μάτια καρφωμένα στις πλάκες του πεζοδρομίου σχηματίζοντας νοερά ένα αόρατο κουτσό, που με μια διαφορετική στάση σώματος θα έπαιζα ξέγνοιαστη σαν μικρό παιδί. Ο δρόμος μέχρι τον προορισμό έμοιαζε ατελείωτος, στάλες ιδρώτα άρχισαν να συμπυκνώνονται στις μασχάλες μου, τα μαλλιά ξέφυγαν από το λαστιχάκι που τα κρατούσε παγιδευμένα, με αποτέλεσμα με την άφιξη μου στο τελικό προορισμό είχα χάσει όλη την αίσθηση φρεσκάδας που τόσο προσεχτικά είχα επιμεληθεί το πρωί.

Πριν ανοίξω την πόρτα, κοιτάχτηκα διακριτικά στη γυάλινη πρόσοψη του κτηρίου, ίσιωσα το κλουβί μου και έφερα την κλειδαριά ακριβώς στο κέντρο στο ύψος της κοιλιάς μου για να είναι “εμφανής”, επανέφερα στην κοτσίδα μια τούφα που είχε καταφέρει να δραπετεύσει από το υπόλοιπο σύνολο, έλεγξα αν είχα φορέσει άνετα παπούτσια για να μη με κουράσουν και φορώντας το πιο παγωμένο χαμόγελο που βρήκα στους νευρώνες μου, κελάηδησα ένα ευγενικό καλημέρα.

Μετά από ώρες ατελείωτων τηλεφωνημάτων και αμέτρητων δοσοληψιών χαρτιών και γαλάζιων σφραγίδων, σήκωσα κουρασμένη το κορμί μου, έφιαξα λίγο το συνηθισμένο μου χαμόγελο και ψιθύρισα καληνύχτα. Βγήκα στο δρόμο. Τα φώτα απ’τις λάμπες καθρεφτίζονταν στα γυάλινα παράθυρα στο απέναντι πεζοδρόμιο που τα έκανε να μοιάζουν με πύρινα μάτια έτοιμα να με κάψουν. Πέταξα σ’ ένα κάδο σκουπιδιών που βρήκα πιο πέρα το άδειο μου χαμόγελο και με γρήγορες σπασμωδικές κινήσεις άνοιξα το κλουβί. Αργά, φοβούμενη μην σπάσουν τα κοκαλά μου από την ακινησία τόσων ωρών, τέντωσα τα χέρια και τα πόδια μου και κρέμασα προσεχτικά το κλουβί στην πλάτη μου.

Στην επιστροφή, ένα πουλί με μια κρεμασμένη κιθάρα στους ώμους του και ένα μπλε μπερεδάκι μπροστά στα πόδια του, τραγουδούσε ένα τραγούδι του Άσιμου. Άραγε θα βρούμε ποτέ ουρανό; του φώναξα..

Where I end and you begin..

Κάποτε η ζωή θα γίνει ένα ξέφρενο πανηγύρι. Θα μπούμε στο χορό φορώντας αστραφτερά φορέματα και κοκαλάκια στα μαλλιά. Τα βήματα του ενός θα  οδηγούν τα βήματα του άλλου σ’ ένα χορευτικό παραλήρημα, το κορμί μας θα παραδοθεί στο ρυθμό μέχρι να λιποθυμήσει. Οι ανάσες μας καυτές θα ενώνονται σε διάφανες σταγόνες χρυσής υγρασίας που θα δραπετεύουν από το δωμάτιο για να βρεθούν σε τόπους εξωτικούς. Το χέρι μου θ’ αγγίζει αχόρταγα το δικό σου, ποθώντας να ενωθεί με τις υπόγειες φλέβες σου. Δεν θα έχουμε πια Εγώ, οι προσωπικότητές μας θα έχουν εξαϋλωθεί, θα μιλάμε μόνο τη γλώσσα του σώματος και των ματιών. Τα μάτια μπορούν να γίνουν ο πιο έμπιστος φίλος ή ο χειρότερος προδότης. Δεν θα ‘χουμε πια πατρίδες, προγόνους και θεούς. Πατρίδα μας θα είναι το ασπρόμαυρο γυαλισμένο πάτωμα που πάνω του θα γλιστράνε απαλά τα τακούνια μας. Οι πρόγονοί μας θα είναι μια ανάμνηση θαμπή και οι θεοί μας, Ανατολίτες και Δυτικοί, γνωστοί και άγνωστοι, ελεήμονες και φοβεροί, δεν θα είναι παρά παραμύθια που θα διαβάζουμε στα παιδιά μας, σ’ αυτά που θα κάνουμε όταν πέσουμε κάτω εξουθενωμένοι από το χορό, πολλά παιδιά, λευκά, κίτρινα, μαύρα που θα μιλάνε χίλιες γλώσσες, χαρούμενα παιδιά, που θα διψάνε για ελευθερία, ειρήνη, δικαιοσύνη και έρωτα.

Γι’ αυτό σε παρακαλώ, μην ρωτάς τ’ όνομά μου, κλείσε τα μάτια, πιάσε το χέρι μου και χόρεψε μαζί μου, γιατί το μόνο που έχει σημασία απόψε είναι αυτός ο Χορός.

Tregua..

Το πρωί με χτύπησε ο ήλιος κατευθείαν στα μάτια, έτσι όπως κατάφερε να εισχωρήσει μέσα από τα μισόκλειστα στόρια στο δωμάτιό μου. Δεν ήταν τόσο η έκπληξη οτι έβγαινε ξανά ζεστός ήλιος μετά από μερικές μέρες συνεχόμενου κρύου, όσο τ’ οτι μετά από καιρό ένιωθα κάτι ζεστό ν’ αγγίζει την επιδερμίδα μου. Ακόμα και αν δεν ήταν ένα γνώριμο άγγιγμα, είχε τόση θέρμη όσο χρειαζόταν για να φτάσει η θερμότητα στο βάθος του κορμιού μου και να λιώσει ένα από τα εκατομμύρια παγόβουνα που είχαν φυτρώσει μέσα μου και επέπλεαν σε μια κρύα θάλασσα συναισθημάτων. Το μυαλό μου σκεπασμένο ακόμα από τη νυχτερινή πάχνη του ύπνου προσπάθησε να θυμηθεί πότε ακριβώς ξεκίνησε η εποχή των παγετώνων μου. Flash back από μια ζωή που έμοιαζε τώρα σαν μακρινή δυστοπία, polaroid από πρόσωπα που είχα ακινητοποιήσει στο χρόνο για να μπορέσω να διατηρήσω την αθωότητα και την ειλικρίνεια τους, που όμως είχε καταφέρει να δραπετεύσει τόσο ύπουλα από το εκτυπωμένο χαρτί και να πετάξει μακριά χωρίς καμιά ελπίδα να επιστρέψει πια. Πότε σταματήσαμε να είμαστε αθώοι και ονειροπόλοι και γίναμε ξαφνικά ρεαλιστές; Ποιο κύμα σάρωσε ό,τι πιστεύαμε για ελευθερία, ισότητα και δικαιοσύνη, ξεβράζοντας μας σε μια στεριά που πάλευε πια ο καθένας μόνος του για την επιβίωση;

Φορώντας ακόμα τις πυτζάμες μου σκορπάω τις φωτογραφίες στο πάτωμα και προσπαθώ να τις κατηγοριοποιήσω. Οι φίλοι, οι γνωστοί, τα μέρη, τα πράγματα, η οικογένεια, το άπιαστο, η λύπη, ο θυμός, οι απουσίες. Κατηγορίες βασισμένες όμως σε ποια χρονολογική σειρά; Ανάλογα με το πότε τραβήχτηκαν ή ανάλογα με το τί σημαίνουν τώρα; Δεν είμαστε οι ίδιοι και δεν θα είμαστε ποτέ πια. Κάθε μέρα κέντησε πάνω μας μια μικρή ρυτίδα, κοιτάξου στον καθρέφτη, πέρνα το χέρι πάνω από το πρόσωπό σου και πες μου, είναι το ίδιο; Μη θυμώνεις που σου λέω οτι μεγαλώσαμε, δεν είναι τα χρόνια σαν αριθμός που με τρομάζουν, είναι που κυνηγάμε πια ο καθένας τη ζωή από διαφορετικά μονοπάτια. Ο λύκος της πραγματικότητας με τρομάζει, το μίσος που νιώθω οτι κυκλοφορεί ελεύθερο τριγύρω μας χωρίς να τρομάζει κανέναν πια, με κάνει να φοβάμαι τις νύχτες πριν πέσω στο κρεβάτι μου. Μα πιο πολύ με τρομάζει οτι κι εσύ συνήθισες να ζεις μέσα του, χωρίς να σ’ αφυπνίζει η μπόχα που σου σπάει τα ρουθούνια.

Μαζεύω τις φωτογραφίες και τις κλείνω στο κουτί τους. Βγάζω αργά τις πυτζάμες μου αφήνοντας τον ήλιο να χαϊδέψει απαλά το γυμνό κορμί μου. Αυτή η σύντομη ψευδαίσθηση ειρήνης που μοιάζει τόσο πολύ με ανακωχή, με ακινητοποιεί στη μέση του δωματίου. Για λίγο, ωσότου το πραγματικό κρύο ανατριχιάσει τους πόρους του κορμιού μου και με αναγκάσει μουδιασμένα να κινηθώ για να βρω τα ρούχα μου.